δικαιολογία

δικαιολογία
δικαιολογία η
оправдание, самооправдание, извинение:

η δικαιολογία εμποδίζει την πνευματική πρόοδο — самооправдание затрудняет духовный рост


Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко). 2013.

Смотреть что такое "δικαιολογία" в других словарях:

  • δικαιολογία — δικαιολογίᾱ , δικαιολογία plea in justification fem nom/voc/acc dual δικαιολογίᾱ , δικαιολογία plea in justification fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιολογίᾳ — δικαιολογίαι , δικαιολογία plea in justification fem nom/voc pl δικαιολογίᾱͅ , δικαιολογία plea in justification fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιολογία — η (AM δικαιολογία) 1. η υπεράσπιση τών δικαίων με επιχειρήματα 2. τα επιχειρήματα που προβάλλει κάποιος για να εξηγήσει τις ενέργειές του μσν. νεοελλ. το πρόσχημα αρχ. στον πληθ. δικαιολογίαι δικανικοί λόγοι. [ΕΤΥΜΟΛ. < δίκαιον + λογία <… …   Dictionary of Greek

  • δικαιολογία — η 1. επιχείρημα για την υπεράσπιση του δίκαιου: Αυτά που λες δεν είναι δικαιολογίες για την πράξη σου. 2. προφάσεις που μπορεί να αιτιολογήσουν μια ενέργεια: Πάντα βρίσκει δικαιολογίες για να μην πάει στη δουλειά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δικαιολογίας — δικαιολογίᾱς , δικαιολογία plea in justification fem acc pl δικαιολογίᾱς , δικαιολογία plea in justification fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιολογίαι — δικαιολογία plea in justification fem nom/voc pl δικαιολογίᾱͅ , δικαιολογία plea in justification fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιολογίαν — δικαιολογίᾱν , δικαιολογία plea in justification fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιολογιῶν — δικαιολογία plea in justification fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιολογίαις — δικαιολογία plea in justification fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόφαση — η / πρόφασις, άσεως, ΝΜΑ προβαλλόμενος, συνήθως ψευδής, λόγος, πλαστή δικαιολογία, πρόσχημα (α. «με πρόφαση την αρρώστια τής μητέρας του απουσιάζει συνεχώς» β. «πρόφασις ἰδίης ἀβουλίης», Δημόκρ.) νεοελλ. 1. το πρώτο στάδιο μίτωσης τής κυτταρικής… …   Dictionary of Greek

  • αφορμή — η (AM ἀφορμή) 1. ό,τι προσφέρει δικαιολογία για μια ενέργεια, πράξη ή κατάσταση, το κίνητρο, το ελατήριο 2. αιτία, ευκαιρία 3. δικαιολογία, πρόφαση 4. αιτία μιας αρρώστιας μσν. 1. τρόπος, δυνατότητα 2. μομφή, κατηγορία 3. αμηχανία, τρέλα αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»